Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009
ΕΞΟΥΣΙΑ Μ' ΑΚΟΥΣ?
Εξουσία Μ’ ακούς;
Πωλείται αξιοπρέπεια σε τιμή ευκαιρίας!
«…Είναι άνθρωποι που για να διατηρήσουν μια δήθεν κοινωνική αξιοπρέπεια, χάνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους» (Πανσέληνος Α)
Πρώτες μέρες του 2010, όλα σιγά, σιγά ξαναβρίσκουν τους γνώριμους ρυθμούς της καθημερινότητας. Στο κυνήγι της ματαιοδοξίας, στο κυνήγι της αυτοπροβολής και του ξεπουλήματος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οι κινήσεις αλληλεγγύης και αλτρουισμού κλειδώθηκαν στο ντουλάπι της συνείδησης για να τις ανασύρουν και πάλι όταν οι τηλεοπτικές κάμερες και οι φωτογραφικοί φακοί θα είναι εκεί. Πωλείται αξιοπρέπεια σε τιμή ευκαιρίας. Πολλές φορές όμως συγχέεται η λέξη "αξιοπρέπεια"
με την λέξη «καθωσπρεπισμός» και της προσδίδεται αρνητική έννοια. Ο καθωσπρεπισμός είναι όμως υποκριτική στάση που επιβάλλει κάποιος στον εαυτό του ή στους άλλους και υιοθετείται συνήθως από άτομα με μειωμένη αίσθηση αυταξίας και αυτοσεβασμού. Τον χρησιμοποιεί δηλαδή ως «μέσον» για να γίνει κοινωνικά αποδεκτός παραμερίζοντας τη δική του προσωπικότητα εις βάρος τελικά της δικής του ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και συμβαίνει αυτό συχνά σε πολλούς από εμάς αν σκεφτεί κανείς ότι ο άνθρωπος πάνω στη Γη σήμερα στη γενική του εικόνα ,μοιάζει να υποφέρει και από αναξιοπρέπεια και από έντονο καθωσπρεπισμό. Θα δούμε και πάλι αυτά τα καθωσπρέπει ανθρωπάκια να θέλουν να επιβάλουν τη γνώμη τους και να έχουν άποψη επί παντός επιστητού. Θα προσπαθήσουν να «κρεμάσουν στα μανταλάκια» ανθρώπινες υπολήψεις μόνο και μόνο γιατί δεν δέχτηκαν να αγοράσουν την αξιοπρέπεια που πουλούσαν. Δυστυχώς υπάρχουν πολλοί από δαύτους ειδικά στο χώρο των ΜΜΕ και το μεγαλύτερο δυστύχημα είναι ότι πρόκειται για «ακοινώνητα» άτομα με πολύ χαμηλό πνευματικό επίπεδο. Κι όμως αυτοί οι άνθρωποι προσπαθούν να επιβάλλουν τη γνώμη τους, να επιβάλλουν άτομα συνήθως ανάξια σαν κι αυτούς που το μοναδικό προσόν που έχουν είναι το χοντρό πορτοφόλι τους. Βέβαια όταν πουλάς κάτι-στην προκειμένη περίπτωση την αξιοπρέπεια σου- το πορτοφόλι του άλλου κοιτάς και όχι την αξία του. εξάλλου την αξία του άλλου αντικειμενικά δεν έχουν την ικανότητα-λόγω επιπέδου- να την κρίνουν. Είναι οι άνθρωποι που έχουν προσποιητή κοινωνική αξιοπρέπεια και ένα βαθύτατο κομπλεξισμό εξ αιτίας της κατωτερότητας που τους διακατέχει. Είναι τα ανθρωπάκια που σου χαμογελούν ενώ έχουν έντονη την επιθυμία να σε δαγκώσουν γιατί απλά έχεις μεγαλύτερη αξία απ’ αυτούς και τους είναι δύσκολο να το αποδεχτούν. Δυστυχώς ζούμε στην εποχή του καθωσπρεπισμού και της αναξιοκρατίας. Ζούμε στην εποχή που πωλείται η αξιοπρέπεια σε τιμή ευκαιρίας. Καλή χρονιά λοιπόν με όσο το δυνατόν λιγότερα «ανθρωπάκια», λιγότερη αναξιοκρατία και περισσότερη αξιοπρέπεια.
Πωλείται αξιοπρέπεια σε τιμή ευκαιρίας!
«…Είναι άνθρωποι που για να διατηρήσουν μια δήθεν κοινωνική αξιοπρέπεια, χάνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους» (Πανσέληνος Α)
Πρώτες μέρες του 2010, όλα σιγά, σιγά ξαναβρίσκουν τους γνώριμους ρυθμούς της καθημερινότητας. Στο κυνήγι της ματαιοδοξίας, στο κυνήγι της αυτοπροβολής και του ξεπουλήματος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οι κινήσεις αλληλεγγύης και αλτρουισμού κλειδώθηκαν στο ντουλάπι της συνείδησης για να τις ανασύρουν και πάλι όταν οι τηλεοπτικές κάμερες και οι φωτογραφικοί φακοί θα είναι εκεί. Πωλείται αξιοπρέπεια σε τιμή ευκαιρίας. Πολλές φορές όμως συγχέεται η λέξη "αξιοπρέπεια"
με την λέξη «καθωσπρεπισμός» και της προσδίδεται αρνητική έννοια. Ο καθωσπρεπισμός είναι όμως υποκριτική στάση που επιβάλλει κάποιος στον εαυτό του ή στους άλλους και υιοθετείται συνήθως από άτομα με μειωμένη αίσθηση αυταξίας και αυτοσεβασμού. Τον χρησιμοποιεί δηλαδή ως «μέσον» για να γίνει κοινωνικά αποδεκτός παραμερίζοντας τη δική του προσωπικότητα εις βάρος τελικά της δικής του ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και συμβαίνει αυτό συχνά σε πολλούς από εμάς αν σκεφτεί κανείς ότι ο άνθρωπος πάνω στη Γη σήμερα στη γενική του εικόνα ,μοιάζει να υποφέρει και από αναξιοπρέπεια και από έντονο καθωσπρεπισμό. Θα δούμε και πάλι αυτά τα καθωσπρέπει ανθρωπάκια να θέλουν να επιβάλουν τη γνώμη τους και να έχουν άποψη επί παντός επιστητού. Θα προσπαθήσουν να «κρεμάσουν στα μανταλάκια» ανθρώπινες υπολήψεις μόνο και μόνο γιατί δεν δέχτηκαν να αγοράσουν την αξιοπρέπεια που πουλούσαν. Δυστυχώς υπάρχουν πολλοί από δαύτους ειδικά στο χώρο των ΜΜΕ και το μεγαλύτερο δυστύχημα είναι ότι πρόκειται για «ακοινώνητα» άτομα με πολύ χαμηλό πνευματικό επίπεδο. Κι όμως αυτοί οι άνθρωποι προσπαθούν να επιβάλλουν τη γνώμη τους, να επιβάλλουν άτομα συνήθως ανάξια σαν κι αυτούς που το μοναδικό προσόν που έχουν είναι το χοντρό πορτοφόλι τους. Βέβαια όταν πουλάς κάτι-στην προκειμένη περίπτωση την αξιοπρέπεια σου- το πορτοφόλι του άλλου κοιτάς και όχι την αξία του. εξάλλου την αξία του άλλου αντικειμενικά δεν έχουν την ικανότητα-λόγω επιπέδου- να την κρίνουν. Είναι οι άνθρωποι που έχουν προσποιητή κοινωνική αξιοπρέπεια και ένα βαθύτατο κομπλεξισμό εξ αιτίας της κατωτερότητας που τους διακατέχει. Είναι τα ανθρωπάκια που σου χαμογελούν ενώ έχουν έντονη την επιθυμία να σε δαγκώσουν γιατί απλά έχεις μεγαλύτερη αξία απ’ αυτούς και τους είναι δύσκολο να το αποδεχτούν. Δυστυχώς ζούμε στην εποχή του καθωσπρεπισμού και της αναξιοκρατίας. Ζούμε στην εποχή που πωλείται η αξιοπρέπεια σε τιμή ευκαιρίας. Καλή χρονιά λοιπόν με όσο το δυνατόν λιγότερα «ανθρωπάκια», λιγότερη αναξιοκρατία και περισσότερη αξιοπρέπεια.
Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009
Χαμένες Μέρες(ΜΑΣ)
«Χαμένες μέρες…»
Ξέρετε άραγε πόσες από τις μέρες μας πάνε χαμένες; Ξέρετε άραγε πόσες μέρες καταστρέφουμε πολλές φορές χωρίς ούτε εμείς οι ίδιοι να το αντιλαμβανόμαστε; Θα μεταφέρω ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο του Ντίνο Μπουτζάτι. «Χαμένες Μέρες»:» «Μερικές μέρες μετά την αγορά της πολυτελούς έπαυλης, ο Έρνεστ Καζίρα επιστρέφοντας σπίτι διέκρινε από μακριά κάποιον άνδρα με ένα κιβώτιο στους ώμους να βγαίνει από την παράπλευρη πορτούλα του περίβολου και να φορτώνει το κιβώτιο σε ένα φορτηγό.
Δεν τον πρόλαβε πριν φύγει κι έτσι τον ακολούθησε με το αυτοκίνητο. Το φορτηγό διέσχισε αρκετό δρόμο, ως την άκρη της πόλης, και σταμάτησε στο χείλος μίας χαράδρας.Ο Καζίρα βγήκε από το αυτοκίνητο και πήγε να δεί. Ο άγνωστος ξεφόρτωσε το κιβώτιο από το φορτηγό και, αφού προχώρησε λίγο μπροστά, το έριξε στον γκρεμό, που ήταν γεμάτος από χιλιάδες παρόμοια κιβώτια.
Πλησίασε τον άνδρα και τον ρώτησε: «Σε είδα να βγάζεις εκείνο το ξύλινο κιβώτιο έξω από τον κήπο μου. Τι είχε μέσα; Και τι είναι όλα αυτά τα κιβώτια;»
Εκείνος τον κοίταξε και χαμογέλασε: «Έχω κι άλλα μες στο φορτηγό να πετάξω. Δεν ξέρεις; Είναι οι μέρες».«Ποιες μέρες;»«Οι δικές σου.»«Οι δικές μου;»
«Οι χαμένες σου μέρες. Οι μέρες που έχεις χάσει. Τις περίμενες, έτσι δεν είναι; Ήρθαν. Τι τις έκανες; Κοίταξε τες, άθικτες, ακόμη γεμάτες. Και τώρα…»
Ο Καζίρα τις κοίταξε. Σχημάτιζαν έναν ατελείωτο σωρό. Κατέβηκε την πλαγία του γκρεμού και άνοιξε μία. Μέσα υπήρχε ένα φθινοπωρινός δρόμος και στο βάθος η μνηστή του, η Γκρατσιέλα, που έφευγε για πάντα. Κι εκείνος ούτε καν τη φώναζε.
Άνοιξε μια δεύτερη. Υπήρχε ένας θάλαμος νοσοκομείου και στο κρεβάτι ο αδερφός του Τζοσουέ, που ήταν άρρωστος και τον περίμενε. Αλλά αυτός έτρεχε για δουλειές.
Άνοιξε μια Τρίτη. Στο κιγκλίδωμα του παλιού, φτωχού σπιτιού στεκόταν ο Ντούκ, το πιστό μαντρόσκυλο που τον περίμενε για δύο χρόνια, με τα κόκαλα να φαίνονται κάτω απ’ το συρρικνωμένο του δέρμα. Και αυτός ούτε που το διανοούνταν να επιστρέψει. Ένιωσε να τον καταβάλει κάτι, που το αισθανόταν από το στόμα ως το στομάχι. Ο άντρας που ξεφόρτωνε τα κιβώτια ήταν όρθιος στην άκρη του γκρεμού, ακίνητος σαν δήμιος.«Κύριε!» φώναξε ο Καζίρα. «Ακούστε με. Αφήστε με να πάρω μαζί μου τουλάχιστον αυτές τις τρεις μέρες. Σας ικετεύω. Μόνο αυτές τις τρεις. Είμαι πλούσιος. Θα σας δώσω ό,τι ζητήσετε»Ο άνδρας έκανε μια χειρονομία με το δεξί του χέρι, σαν να έδειχνε ένα απρόσιτο σημείο, σα να ‘λεγε ότι ήταν πολύ αργά κι ότι καμία θεραπεία δεν είναι πλέον εφικτή. Ύστερα χάθηκε και με μιάς χάθηκε ακόμη κι ο γιγαντιαίος σωρός με τα μυστηριώδη κιβώτια. Έπεφτε η νύχτα και οι σκιές της…» Ας αναλογιστούμε λοιπόν με αφορμή το τέλος του χρόνου, πόσες μέρες μας πήγαν χαμένες, πόσες μέρες μας ρίξαμε στον γκρεμό; Δυστυχώς καμιά απ’ αυτές δεν μπορούμε να φέρουμε πίσω και να την αξιοποιήσουμε. Έρχονται μέρες και μας προσπερνάνε γιατί κυνηγάμε την καριέρα μας και την ικανοποίηση της ματαιοδοξίας μας, ξεχνώντας γονιούς, αδέρφια, φίλους…μήπως πρέπει ν’ αρχίσουμε τώρα την αξιοποίηση της κάθε μας μέρας όχι όμως όπως ο Καζίρα. Ας θυμηθούμε και ας κρατάμε μέσα μας τους στίχους του Καβάφη: « Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,/τούτο προσπάθησε τουλάχιστον/όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις/μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,/μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την, /γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την/στων σχέσεων και των συναναστροφών /την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.»
Ξέρετε άραγε πόσες από τις μέρες μας πάνε χαμένες; Ξέρετε άραγε πόσες μέρες καταστρέφουμε πολλές φορές χωρίς ούτε εμείς οι ίδιοι να το αντιλαμβανόμαστε; Θα μεταφέρω ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο του Ντίνο Μπουτζάτι. «Χαμένες Μέρες»:» «Μερικές μέρες μετά την αγορά της πολυτελούς έπαυλης, ο Έρνεστ Καζίρα επιστρέφοντας σπίτι διέκρινε από μακριά κάποιον άνδρα με ένα κιβώτιο στους ώμους να βγαίνει από την παράπλευρη πορτούλα του περίβολου και να φορτώνει το κιβώτιο σε ένα φορτηγό.
Δεν τον πρόλαβε πριν φύγει κι έτσι τον ακολούθησε με το αυτοκίνητο. Το φορτηγό διέσχισε αρκετό δρόμο, ως την άκρη της πόλης, και σταμάτησε στο χείλος μίας χαράδρας.Ο Καζίρα βγήκε από το αυτοκίνητο και πήγε να δεί. Ο άγνωστος ξεφόρτωσε το κιβώτιο από το φορτηγό και, αφού προχώρησε λίγο μπροστά, το έριξε στον γκρεμό, που ήταν γεμάτος από χιλιάδες παρόμοια κιβώτια.
Πλησίασε τον άνδρα και τον ρώτησε: «Σε είδα να βγάζεις εκείνο το ξύλινο κιβώτιο έξω από τον κήπο μου. Τι είχε μέσα; Και τι είναι όλα αυτά τα κιβώτια;»
Εκείνος τον κοίταξε και χαμογέλασε: «Έχω κι άλλα μες στο φορτηγό να πετάξω. Δεν ξέρεις; Είναι οι μέρες».«Ποιες μέρες;»«Οι δικές σου.»«Οι δικές μου;»
«Οι χαμένες σου μέρες. Οι μέρες που έχεις χάσει. Τις περίμενες, έτσι δεν είναι; Ήρθαν. Τι τις έκανες; Κοίταξε τες, άθικτες, ακόμη γεμάτες. Και τώρα…»
Ο Καζίρα τις κοίταξε. Σχημάτιζαν έναν ατελείωτο σωρό. Κατέβηκε την πλαγία του γκρεμού και άνοιξε μία. Μέσα υπήρχε ένα φθινοπωρινός δρόμος και στο βάθος η μνηστή του, η Γκρατσιέλα, που έφευγε για πάντα. Κι εκείνος ούτε καν τη φώναζε.
Άνοιξε μια δεύτερη. Υπήρχε ένας θάλαμος νοσοκομείου και στο κρεβάτι ο αδερφός του Τζοσουέ, που ήταν άρρωστος και τον περίμενε. Αλλά αυτός έτρεχε για δουλειές.
Άνοιξε μια Τρίτη. Στο κιγκλίδωμα του παλιού, φτωχού σπιτιού στεκόταν ο Ντούκ, το πιστό μαντρόσκυλο που τον περίμενε για δύο χρόνια, με τα κόκαλα να φαίνονται κάτω απ’ το συρρικνωμένο του δέρμα. Και αυτός ούτε που το διανοούνταν να επιστρέψει. Ένιωσε να τον καταβάλει κάτι, που το αισθανόταν από το στόμα ως το στομάχι. Ο άντρας που ξεφόρτωνε τα κιβώτια ήταν όρθιος στην άκρη του γκρεμού, ακίνητος σαν δήμιος.«Κύριε!» φώναξε ο Καζίρα. «Ακούστε με. Αφήστε με να πάρω μαζί μου τουλάχιστον αυτές τις τρεις μέρες. Σας ικετεύω. Μόνο αυτές τις τρεις. Είμαι πλούσιος. Θα σας δώσω ό,τι ζητήσετε»Ο άνδρας έκανε μια χειρονομία με το δεξί του χέρι, σαν να έδειχνε ένα απρόσιτο σημείο, σα να ‘λεγε ότι ήταν πολύ αργά κι ότι καμία θεραπεία δεν είναι πλέον εφικτή. Ύστερα χάθηκε και με μιάς χάθηκε ακόμη κι ο γιγαντιαίος σωρός με τα μυστηριώδη κιβώτια. Έπεφτε η νύχτα και οι σκιές της…» Ας αναλογιστούμε λοιπόν με αφορμή το τέλος του χρόνου, πόσες μέρες μας πήγαν χαμένες, πόσες μέρες μας ρίξαμε στον γκρεμό; Δυστυχώς καμιά απ’ αυτές δεν μπορούμε να φέρουμε πίσω και να την αξιοποιήσουμε. Έρχονται μέρες και μας προσπερνάνε γιατί κυνηγάμε την καριέρα μας και την ικανοποίηση της ματαιοδοξίας μας, ξεχνώντας γονιούς, αδέρφια, φίλους…μήπως πρέπει ν’ αρχίσουμε τώρα την αξιοποίηση της κάθε μας μέρας όχι όμως όπως ο Καζίρα. Ας θυμηθούμε και ας κρατάμε μέσα μας τους στίχους του Καβάφη: « Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,/τούτο προσπάθησε τουλάχιστον/όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις/μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,/μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την, /γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την/στων σχέσεων και των συναναστροφών /την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.»
Και λεγόμαστε άνθρωποι...
Ευχές από της «Γης τους κολασμένους!!!»
Του Στυλιανού Ι. Μανουσάκη
Ενός λεπτού σιγή…
Φέτος –προσωπικά- θα πρωτοτυπήσω και δεν θα γράψω για ευχές επωνύμων, φέτος ζήτησα τις ευχές των αστέγων, της γης των κολασμένων, αυτών που κοιμούνται στα παγκάκια του λιμανιού. Κατέβηκα λοιπόν στο λιμάνι και τους βρήκα κουκουλωμένους στα παγκάκια τους, στα δικά τους κρεβάτια. Στο δικό τους απάγγειο. Ο πρώτος που δέχθηκε να μου μιλήσει-γιατί υπήρξαν και άλλοι που δεν δέχθηκαν-ήταν ο Παναγιώτης. Το ερώτημα ήταν: Σε ποιον εύχεστε χρόνια πολλά; Παναγιώτης: «Σε ποιόν να ευχηθώ χρόνια πολλά; Ποιος άραγε αξίζει πραγματικά αυτή την ευχή; Λοιπόν θα στείλω χρόνια πολλά σε όσους μπορούν να βοηθήσουν όλους εμάς τους ξεχασμένους, όλους εμάς που θα περάσουμε εδώ τις γιορτές…»Κατόπιν τις ευχές του μας έστειλε ο Γιώργος: «Χρόνια πολλά σε όσους με κατάντησαν να είμαι εδώ…φυσικά είμαι και εγώ ανάμεσα σ’ αυτούς. Χρόνια μου πολλά λοιπόν…ααααα, μη ξεχάσω να πω χρόνια πολλά και σε όσους πέρασαν από εδώ και μας έφεραν κάποια πράγματα, τουλάχιστον μας σκέφθηκαν…» Δίπλα του ήταν ο Κώστας: « Άκου φίλε δεν πιστεύω σε ευχές και τέτοιες αηδίες, πιστεύω στον άνθρωπο και μόνο, όσοι λοιπόν έχουν μέσα τους αποθέματα ανθρωπιάς να ζήσουν και να την προσφέρουν…» Πιο κάτω συνάντησα τον Γιάννη: « Θέλω να πω χρόνια πολλά σε πολλούς εκτός από εμένα. Τι να τα κάνω εγώ τα χρόνια πολλά; Είναι τα έκτα Χριστούγεννα που περνάω σε παγκάκι, τι να τα κάνω αν γίνουν επτά; Χρόνια Πολλά σε όλους σας εκτός από εμένα…» Μετά ήρθε η σειρά του έτερου Γιάννη: « Πρώτα να πω χρόνια πολλά στην Τζένη, την σκυλίτσα μου, είναι η πιο πιστή μου φίλη, δεν με έχει προδώσει ποτέ…Χρόνια πολλά Τζένη μου…και μετά να πω χρόνια πολλά σε όσους μας σκέφτονται, σ’ αυτούς που μας δίνουν ένα ζεστό πιάτο φαγητό, εκεί στην Αγία Τριάδα» Στο διπλανό παγκάκι κάθεται ο Μήτσος, ακούει μουσική από ένα ξεχαρβαλωμένο τραντζιστοράκι ας διαβάσουμε τις ευχές του: « Εύχομαι από καρδιάς μία καλύτερη και ευτυχισμένη χρονιά για όλους .... Περισσότερη ειρήνη στη γη... Λιγότερους άνεργους... Λιγότερους άστεγους... Λιγότερη απληστία από κάποιους...» Θα κλείσω τις ευχές με τον Σταμάτη: « Χρόνια πολλά σε όσους το αξίζουν, χρόνια πολλά σε όσους κοιτούν και λίγο χαμηλά, σε όσους δεν μας προσπερνούν κάνοντας πως δεν μας βλέπουν, χρόνια πολλά σε όσους είναι σαν και εμένα και αντέχουν…» Ας δούμε όμως τι λέει και ο Ραινερ Μαρια Ριλκε στο βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου (απόσπασμα) «..Οι μεγάλες πόλεις σκέφτονται μονάχα τον εαυτό τους και παρασέρνουν τα πάντα στην αδηφάγα τους βιάση
θραύουν τη ζωή των ζώων σαν ξύλο ξερό αναλώνουν λαούς ολόκληρους στη βάσανό τους. Κι οι άνθρωποι υποδουλωμένοι σε μιαν επιστήμη κίβδηλη πλανιούνται, έχοντας χάσει το ρυθμό της ζωής κι επειδή ρίχνονται σε θορύβους το ίδιο μάταιους
αποκαλούν πρόοδο το χνάρι που αφήνουν σαν το γυμνοσάλιαγκα. Επιδείχνουν την αναίδειά τους σαν εταίρες και ζαλίζονται μες το θόρυβο του μέταλλου και
του γυαλιού...» Και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος: «Ενός λεπτού σιγή» Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας /κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, /έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας, /ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας, /κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,/έστω και μια φορά; /είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή/για τους απεγνωσμένους;
Το βράδυ λοιπόν των Χριστουγέννων και το βράδυ που θα αλλάζει ο χρόνος ας κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή γι’ αυτούς που βρίσκονται εκεί έξω, στο λιμάνι, όχι πως θα τους έχουμε κάτι προσφέρει, απλά θα έχουμε νοιώσει ίσως λίγο καλύτερα, θα έχουμε στείλει τη σκέψη μας κοντά τους. Καλή χρονιά σε όλους!
Του Στυλιανού Ι. Μανουσάκη
Ενός λεπτού σιγή…
Φέτος –προσωπικά- θα πρωτοτυπήσω και δεν θα γράψω για ευχές επωνύμων, φέτος ζήτησα τις ευχές των αστέγων, της γης των κολασμένων, αυτών που κοιμούνται στα παγκάκια του λιμανιού. Κατέβηκα λοιπόν στο λιμάνι και τους βρήκα κουκουλωμένους στα παγκάκια τους, στα δικά τους κρεβάτια. Στο δικό τους απάγγειο. Ο πρώτος που δέχθηκε να μου μιλήσει-γιατί υπήρξαν και άλλοι που δεν δέχθηκαν-ήταν ο Παναγιώτης. Το ερώτημα ήταν: Σε ποιον εύχεστε χρόνια πολλά; Παναγιώτης: «Σε ποιόν να ευχηθώ χρόνια πολλά; Ποιος άραγε αξίζει πραγματικά αυτή την ευχή; Λοιπόν θα στείλω χρόνια πολλά σε όσους μπορούν να βοηθήσουν όλους εμάς τους ξεχασμένους, όλους εμάς που θα περάσουμε εδώ τις γιορτές…»Κατόπιν τις ευχές του μας έστειλε ο Γιώργος: «Χρόνια πολλά σε όσους με κατάντησαν να είμαι εδώ…φυσικά είμαι και εγώ ανάμεσα σ’ αυτούς. Χρόνια μου πολλά λοιπόν…ααααα, μη ξεχάσω να πω χρόνια πολλά και σε όσους πέρασαν από εδώ και μας έφεραν κάποια πράγματα, τουλάχιστον μας σκέφθηκαν…» Δίπλα του ήταν ο Κώστας: « Άκου φίλε δεν πιστεύω σε ευχές και τέτοιες αηδίες, πιστεύω στον άνθρωπο και μόνο, όσοι λοιπόν έχουν μέσα τους αποθέματα ανθρωπιάς να ζήσουν και να την προσφέρουν…» Πιο κάτω συνάντησα τον Γιάννη: « Θέλω να πω χρόνια πολλά σε πολλούς εκτός από εμένα. Τι να τα κάνω εγώ τα χρόνια πολλά; Είναι τα έκτα Χριστούγεννα που περνάω σε παγκάκι, τι να τα κάνω αν γίνουν επτά; Χρόνια Πολλά σε όλους σας εκτός από εμένα…» Μετά ήρθε η σειρά του έτερου Γιάννη: « Πρώτα να πω χρόνια πολλά στην Τζένη, την σκυλίτσα μου, είναι η πιο πιστή μου φίλη, δεν με έχει προδώσει ποτέ…Χρόνια πολλά Τζένη μου…και μετά να πω χρόνια πολλά σε όσους μας σκέφτονται, σ’ αυτούς που μας δίνουν ένα ζεστό πιάτο φαγητό, εκεί στην Αγία Τριάδα» Στο διπλανό παγκάκι κάθεται ο Μήτσος, ακούει μουσική από ένα ξεχαρβαλωμένο τραντζιστοράκι ας διαβάσουμε τις ευχές του: « Εύχομαι από καρδιάς μία καλύτερη και ευτυχισμένη χρονιά για όλους .... Περισσότερη ειρήνη στη γη... Λιγότερους άνεργους... Λιγότερους άστεγους... Λιγότερη απληστία από κάποιους...» Θα κλείσω τις ευχές με τον Σταμάτη: « Χρόνια πολλά σε όσους το αξίζουν, χρόνια πολλά σε όσους κοιτούν και λίγο χαμηλά, σε όσους δεν μας προσπερνούν κάνοντας πως δεν μας βλέπουν, χρόνια πολλά σε όσους είναι σαν και εμένα και αντέχουν…» Ας δούμε όμως τι λέει και ο Ραινερ Μαρια Ριλκε στο βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου (απόσπασμα) «..Οι μεγάλες πόλεις σκέφτονται μονάχα τον εαυτό τους και παρασέρνουν τα πάντα στην αδηφάγα τους βιάση
θραύουν τη ζωή των ζώων σαν ξύλο ξερό αναλώνουν λαούς ολόκληρους στη βάσανό τους. Κι οι άνθρωποι υποδουλωμένοι σε μιαν επιστήμη κίβδηλη πλανιούνται, έχοντας χάσει το ρυθμό της ζωής κι επειδή ρίχνονται σε θορύβους το ίδιο μάταιους
αποκαλούν πρόοδο το χνάρι που αφήνουν σαν το γυμνοσάλιαγκα. Επιδείχνουν την αναίδειά τους σαν εταίρες και ζαλίζονται μες το θόρυβο του μέταλλου και
του γυαλιού...» Και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος: «Ενός λεπτού σιγή» Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας /κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, /έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας, /ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας, /κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,/έστω και μια φορά; /είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή/για τους απεγνωσμένους;
Το βράδυ λοιπόν των Χριστουγέννων και το βράδυ που θα αλλάζει ο χρόνος ας κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή γι’ αυτούς που βρίσκονται εκεί έξω, στο λιμάνι, όχι πως θα τους έχουμε κάτι προσφέρει, απλά θα έχουμε νοιώσει ίσως λίγο καλύτερα, θα έχουμε στείλει τη σκέψη μας κοντά τους. Καλή χρονιά σε όλους!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
